Όταν το χιόνι έφυγε, εκείνοι μετακινήθηκαν
- ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Τσίχλα
- 5 Ιαν
- διαβάστηκε 2 λεπτά
Όταν το πρώτο χιόνι έλιωσε, δεν ανησύχησα.
Οι Χιονάνθρωποι δεν εξαφανίζονται μαζί με το χιόνι.
Απλώς αλλάζουν τόπο.
Άφησαν τις αυλές, τα πεζούλια και τα παράθυρα
και άρχισαν να κινούνται προς τα μέσα.
Σε σπίτια που είχαν ακόμα ανάγκη από χειμώνα.
Όχι τον γιορτινό, όχι τον λαμπερό —
αλλά εκείνον τον χειμώνα που κρατά τις μέρες πιο αργές
και τα πράγματα λίγο πιο κοντά.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ
Δεν είναι όλοι ίδιοι οι Χιονάνθρωποι.
Και σίγουρα δεν κάνουν τα ίδια πράγματα.
Ο Κύριος Χιονάνθρωπος είναι πάντα σε εγρήγορση.
Στέκεται όρθιος, παρατηρεί.
Έχει κάτι από παλιό κύριο που ξέρει πού βρίσκεται κάθε τι.
Τα χρώματά του είναι καθαρά, έντονα, σχεδόν αποφασιστικά —
σαν να φτιάχτηκαν για να ξεχωρίζουν μέσα στο λευκό.
Τον βρίσκεις κοντά σε βιβλία, σε γραφεία,
σε παράθυρα που κοιτάζουν έξω.
Δεν μιλά πολύ, αλλά είναι εκεί.
Σαν σημείο αναφοράς.

Ο Υπναράς

Υπάρχουν πλάσματα που δεν αγαπούν το χιόνι όταν πέφτει.
Το αγαπούν όταν έχει ήδη στρωθεί.
Όταν όλα έχουν ησυχάσει,
όταν οι δρόμοι έχουν αδειάσει
και οι ώρες δεν ζητούν τίποτα πια.
Ο Υπναράς εμφανίζεται πάντα τότε.
Όχι για να παίξει,
όχι για να τρέξει,
αλλά για να καθίσει.
Να ακουμπήσει κάπου μαλακά.
Να αφήσει το σώμα του να βρει τη θέση του
και να κλείσει τα μάτια,
όχι από κούραση
αλλά από εμπιστοσύνη.

Ο Υπναράς δεν σου ζητάει να κοιμηθείς.
Σου προτείνει απλώς
να σταματήσεις για λίγο.
Να καθίσεις μαζί του.
Να ακουμπήσεις την πλάτη σου.
Να αφήσεις τη μέρα να φύγει χωρίς απολογισμό.
Και αν τελικά αποκοιμηθείς,
εκείνος δεν θα το πει σε κανέναν.
Ίσως γι’ αυτό μετακινήθηκαν όλοι μαζί,
όταν έλιωσε το χιόνι.
Όχι για να βρουν κάτι καινούργιο,
αλλά για να συνεχίσουν
εκεί που ο χειμώνας γίνεται πιο ανθρώπινος.
Και πιο αληθινός.

Ο Υπναράς έμεινε εκεί.
Όχι για να τον κοιτάς,
αλλά για να κάθεσαι μαζί του
όταν όλα ζητούν λιγότερα.




Σχόλια